Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transporter
01
μεταφέρω, μετακομίζω
emmener quelque chose ou quelqu'un d'un endroit à un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transporterai
ενεστώτα μετοχή
transportant
παθητική μετοχή
transporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transportions
Παραδείγματα
Les ouvriers ont transporté les matériaux sur le chantier.
Οι εργάτες μετέφεραν τα υλικά στο εργοτάξιο.



























