transporter
transporter
tʁɑ̃spɔʁte
traaspawrte
transposer

Ορισμός και σημασία του "transporter"στα γαλλικά

transporter
01

μεταφέρω, μετακομίζω

emmener quelque chose ou quelqu'un d'un endroit à un autre 
transporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
transporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
transportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
transporterai
ενεστώτα μετοχή
transportant
παθητική μετοχή
transporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
transportions
Παραδείγματα
Ce camion transporte des marchandises. 

Αυτό το φορτηγό μεταφέρει εμπορεύματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store