Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le théâtre
01
θέατρο, θεατρική αίθουσα
lieu où l'on joue des pièces pour un public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
théâtres
Παραδείγματα
Nous allons au théâtre ce soir pour voir une pièce.
Πηγαίνουμε στο θέατρο απόψε για να δούμε μια παράσταση.
02
θέατρο, δράμα
discipline artistique qui consiste à représenter des histoires ou des situations devant un public, à l'aide d'acteurs , de dialogues, de mises en scène et parfois de décors et costumes
Παραδείγματα
Le théâtre permet de raconter des histoires et de transmettre des émotions.
Το θέατρο επιτρέπει να αφηγούνται ιστορίες και να μεταδίδουν συναισθήματα.
03
σκηνή, πεδίο
lieu ou domaine où se déroulent des événements, souvent publics ou importants
Παραδείγματα
Le théâtre des opérations militaires est en Afrique.
Το θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων βρίσκεται στην Αφρική.



























