thérapeutique
thérapeutique
teʁapøtik
terapeutik

Ορισμός και σημασία του "thérapeutique"στα γαλλικά

thérapeutique
01

θεραπευτικός, ιαματικός

qui a pour but de soigner, traiter ou améliorer un état de santé 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
thérapeutique
αρσενικό πληθυντικό
thérapeutiques
θηλυκό ενικό
thérapeutique
θηλυκό πληθυντικό
thérapeutiques
Παραδείγματα
Le massage a un effet thérapeutique sur les muscles endoloris. 

Το μασάζ έχει θεραπευτική επίδραση στους πονεμένους μύες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store