Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thérapeutique
01
θεραπευτικός, ιαματικός
qui a pour but de soigner, traiter ou améliorer un état de santé
Παραδείγματα
La musique peut avoir un rôle thérapeutique dans certains cas.
Η μουσική μπορεί να έχει θεραπευτικό ρόλο σε ορισμένες περιπτώσεις.



























