la théière
th
te
te
éière
jɛ:ʁ
yer

Ορισμός και σημασία του "théière"στα γαλλικά

01

τσαγιέρα, τσαγιέρα για τσάι

pot pour préparer et verser le thé 
la théière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
théières
Παραδείγματα
La théière est en porcelaine. 

Η τσαγιέρα είναι κατασκευασμένη από πορσελάνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store