Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le thermomètre
01
θερμόμετρο, θερμόμετρο
instrument utilisé pour mesurer la température, généralement du corps ou de l'air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
thermomètres
Παραδείγματα
Le médecin utilise un thermomètre pour prendre la température du patient.
Ο γιατρός χρησιμοποιεί ένα θερμόμετρο για να μετρήσει τη θερμοκρασία του ασθενούς.
02
δείκτης, μετρητής
dispositif ou indicateur qui sert à évaluer une situation, une tendance ou un phénomène
Παραδείγματα
Le thermomètre économique montre une hausse de l'inflation.
Ο οικονομικός θερμόμετρος δείχνει αύξηση του πληθωρισμού.



























