Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le thermomètre
[gender: masculine]
01
θερμόμετρο, θερμόμετρο
instrument utilisé pour mesurer la température, généralement du corps ou de l'air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
thermomètres
Παραδείγματα
Avant de commencer le traitement, il faut vérifier le thermomètre.
Πριν ξεκινήσει η θεραπεία, πρέπει να ελεγχθεί ο θερμόμετρο.
02
δείκτης, μετρητής
dispositif ou indicateur qui sert à évaluer une situation, une tendance ou un phénomène
Παραδείγματα
Le thermomètre social révèle les tensions dans la communauté.
Το κοινωνικό θερμόμετρο αποκαλύπτει τις εντάσεις στην κοινότητα.



























