Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temporairement
01
προσωρινά, προσκοπικά
pour une durée limitée, de façon provisoire
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Le magasin est temporairement fermé pour rénovation.
Το κατάστημα είναι προσωρινά κλειστό για ανακαίνιση.



























