Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tapisserie
01
ταπισερί, τεχνική της ταπισερί
technique ou activité consistant à créer des œuvres textiles décoratives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fabrication d' une tapisserie peut prendre plusieurs mois.
Η κατασκευή ενός ταπισερί μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες.



























