Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tapisserie
01
ταπισερί, τεχνική της ταπισερί
technique ou activité consistant à créer des œuvres textiles décoratives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle s'est spécialisée dans la tapisserie depuis dix ans.
Εξειδικεύεται στην ταπετσαρία εδώ και δέκα χρόνια.



























