la tapisserie
Pronunciation
/tapisʀi/

Ορισμός και σημασία του "tapisserie"στα γαλλικά

01

ταπισερί, τεχνική της ταπισερί

technique ou activité consistant à créer des œuvres textiles décoratives
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La fabrication d' une tapisserie peut prendre plusieurs mois.
Η κατασκευή ενός ταπισερί μπορεί να διαρκέσει αρκετούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store