la tapisserie
ta
ta
ta
pisse
pɪs
pis
rie
ʁi
ri

Ορισμός και σημασία του "tapisserie"στα γαλλικά

01

ταπισερί, τεχνική της ταπισερί

technique ou activité consistant à créer des œuvres textiles décoratives 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle s'est spécialisée dans la tapisserie depuis dix ans. 

Εξειδικεύεται στην ταπετσαρία εδώ και δέκα χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store