Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taper
01
πληκτρολογώ, γράφω
écrire au clavier d'un ordinateur ou d'une machine à écrire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
taperai
ενεστώτα μετοχή
tapant
παθητική μετοχή
tapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tapions
Παραδείγματα
J' ai tapé le code mais ça ne marche pas.
Έγραψα τον κώδικα αλλά δεν λειτουργεί.
02
χτυπώ, δέρνω
donner un coup ou une série de coups
Παραδείγματα
L' enfant tape ses jouets par terre.
Το παιδί χτυπά τα παιχνίδια του στο πάτωμα.
Λεξικό Δέντρο
retaper
taper



























