Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tampon
01
σφραγίδα, σφραγίς
objet utilisé pour imprimer un motif, un sceau ou une marque
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tampons
Παραδείγματα
Le secrétaire a apposé le tampon sur le document officiel.
Ο γραμματέας έβαλε τη σφραγίδα στο επίσημο έγγραφο.
02
τάμπον, τάμπον εμμηνόρροιας
petit cylindre de coton ou de fibres synthétiques inséré dans le vagin pour absorber le flux menstruel
Παραδείγματα
Elle utilise un tampon pendant ses règles.
Χρησιμοποιεί ένα ταμπόν κατά τη διάρκεια της περιόδου της.



























