Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La table à repasser
01
σκαμνί σιδέρωμα, τραπέζι σιδέρωμα
support pliant sur lequel on pose les vêtements pour les repasser.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tables à repasser
Παραδείγματα
Elle a installé la table à repasser dans le salon.
Εγκατέστησε το τραπέζι σιδερώματος στο σαλόνι.



























