svelte
svelte
svɛlt
σβελτ

Ορισμός και σημασία του "svelte"στα γαλλικά

01

αδύνατος, κομψός

mince et élégant dans sa silhouette 
svelte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus svelte
συγκριτικός βαθμός
plus svelte
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
svelte
αρσενικό πληθυντικό
sveltes
θηλυκό ενικό
svelte
θηλυκό πληθυντικό
sveltes
θεματικό πεδίο
apparence, corps, élégance
Παραδείγματα
La danseuse a une silhouette svelte et gracieuse. 

Η χορεύτρια έχει αδύνατη και χαριτωμένη φιγούρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store