le surfeur
sur
syʁ
syr
feur
fœʁ
foer
surfer

Ορισμός και σημασία του "surfeur"στα γαλλικά

01

σέρφερ, κυματοδρομιστής

personne qui pratique le surf, qui glisse sur les vagues avec une planche 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
surfeurs
αρσενικό ενικό
surfeur
θηλυκό ενικό
surfeuse
neutral form
personne qui pratique le surf
Παραδείγματα
Le surfeur attend la vague parfaite. 

Ο σέρφερ περιμένει το τέλειο κύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store