Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surfer
01
κάνω σέρφινγκ, καβαλάω τα κύματα
pratiquer le sport consistant à se tenir debout ou allongé sur une planche et à se laisser porter par les vagues
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surfe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surfons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surferai
ενεστώτα μετοχή
surfant
παθητική μετοχή
surfé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surfions
Παραδείγματα
Les touristes viennent pour surfer sur les grandes vagues.
Οι τουρίστες έρχονται για να κάνουν σέρφινγκ στα μεγάλα κύματα.
02
σερφάρω, εξερευνώ
parcourir différents sites web ou pages en ligne, sans but précis ou pour chercher de l'information
Παραδείγματα
Surfer sur le web permet de découvrir de nouvelles informations.
Το σέρφινγκ στο διαδίκτυο επιτρέπει την ανακάλυψη νέων πληροφοριών.



























