la sueur
sueur
sɥaœ̯ʁ
süaoer
sieursuceur

Ορισμός και σημασία του "sueur"στα γαλλικά

01

ιδρώτας, εφίδρωση

liquide salé sécrété par les glandes sudoripares de la peau 
la sueur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sueur coulait sur son front après l'effort. 

Ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό του μετά την προσπάθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store