Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sucrer
01
γλυκαίνω, προσθέτω ζάχαρη
ajouter du sucre à un aliment ou une boisson pour en augmenter la douceur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sucre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sucrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sucrerai
παθητική μετοχή
sucré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sucrions
Παραδείγματα
Il sucre la boisson chaude selon le goût des invités.
Γλυκαίνει το ζεστό ποτό σύμφωνα με τη γεύση των καλεσμένων.
02
ακυρώνω, καταργώ
faire disparaître ou annuler quelque chose, souvent une allocation, un droit ou une portion
Παραδείγματα
Elle a sucré le dessert avant de le servir aux invités.
Αυτή ακύρωσε το επιδόρπιο πριν το σερβίρει στους καλεσμένους.
03
βγάζω πολλά λεφτά, κάνω τρελό κέρδος
obtenir un gain financier important, souvent facilement ou de manière avantageuse
Παραδείγματα
Ils se sont sucrés en organisant cet événement exclusif.
Γλύκανε οργανώνοντας αυτή την αποκλειστική εκδήλωση.



























