Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La structure
01
δομή, οργάνωση
organisation d'une société, d'un groupe ou d'une institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
structures
Παραδείγματα
La structure administrative du pays est complexe.
Η διοικητική δομή της χώρας είναι πολύπλοκη.
02
κτίριο, κατασκευή
bâtiment ou construction spécifique servant à un usage particulier
Παραδείγματα
Les ingénieurs ont conçu une structure résistante aux tremblements de terre.



























