la spiritualité
spiritualité
spiʁitɥalite
spiritüalite

Ορισμός και σημασία του "spiritualité"στα γαλλικά

La spiritualité
01

πνευματικότητα, πνευματική ζωή

dimension de la vie liée à l'esprit, à la foi ou à la recherche de sens au-delà du matériel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La spiritualité ne dépend pas forcément d'une religion. 

Η πνευματικότητα δεν εξαρτάται απαραίτητα από μια θρησκεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store