Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le spa
01
σπα, θεραπευτήριο
lieu où l'on reçoit des soins de massage, des bains, sauna, jacuzzi, pour la détente et le bien-être
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
spas
Παραδείγματα
Elle passe la journée au spa pour se détendre.
Περνάει την ημέρα στο spa για να χαλαρώσει.



























