le soldat
sol
sɔl
σολ
dat
da
ντα
soldé

Ορισμός και σημασία του "soldat"στα γαλλικά

01

στρατιώτης

personne qui fait partie d'une armée et obéit aux ordres militaires 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldats
αρσενικό ενικό
soldat
θηλυκό ενικό
soldate
neutral form
militaire
Παραδείγματα
Le soldat garde l'entrée de la base. 

Ο στρατιώτης φυλάει την είσοδο της βάσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store