solaire
so
saw
laire
laɛʁ
laer
salairescolaire

Ορισμός και σημασία του "solaire"στα γαλλικά

01

ηλιακός, ηλιακή ενέργεια

qui provient du soleil ou qui utilise l'énergie du soleil 
solaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solaire
αρσενικό πληθυντικό
solaires
θηλυκό ενικό
solaire
θηλυκό πληθυντικό
solaires
Παραδείγματα
L'énergie solaire est une source d'électricité renouvelable. 

Η ηλιακή ενέργεια είναι μια ανανεώσιμη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store