social
soc
sɔs
saws
ial
jal
yal

Ορισμός και σημασία του "social"στα γαλλικά

01

κοινωνικός, κοινωνιακός

qui concerne la société, les relations entre les personnes ou la vie collective 
social definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
social
αρσενικό πληθυντικό
sociaux
θηλυκό ενικό
sociale
θηλυκό πληθυντικό
sociales
Παραδείγματα
L'aide sociale est importante pour les personnes en difficulté. 

Η κοινωνική βοήθεια είναι σημαντική για τα άτομα σε δυσκολίες.

Λεξικό Δέντρο

antisocial
sociable
social
soc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store