le slip
Pronunciation
/slip/

Ορισμός και σημασία του "slip"στα γαλλικά

01

σλιπ, εσώρουχο

sous-vêtement court porté sous les pantalons ou jupes
le slip definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
slips
Παραδείγματα
Il a oublié son slip dans la valise.
Ξέχασε το σλιπ του στην βαλίτσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store