le ski
Pronunciation
/ski/

Ορισμός και σημασία του "ski"στα γαλλικά

01

σκι, αθλημα σκι

sport ou activité de glisse sur la neige à l'aide de deux lattes fixées aux pieds
le ski definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
skis
Παραδείγματα
Elle a appris le ski quand elle était enfant.
Έμαθε σκι όταν ήταν παιδί.

Λεξικό Δέντρο

monoski
ski
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store