Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sketch
01
dessin rapide ou dessin préparatoire pour une œuvre future
Παραδείγματα
L'artiste a fait un sketch avant de peindre le tableau.
02
courte scène comique jouée par un ou plusieurs acteurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sketches
Παραδείγματα
Les humoristes ont joué un sketch hilarant.



























