le selfie
sel
sɛl
σελ
fie
fi
φι

Ορισμός και σημασία του "selfie"στα γαλλικά

01

σέλφι, αυτοπροσωπογραφία

photographie prise par soi-même, généralement avec un smartphone ou une caméra, souvent pour la partager sur les réseaux sociaux 
le selfie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
selfies
Παραδείγματα
Elle a pris un selfie devant la tour Eiffel. 

Έβγαλε ένα selfie μπροστά από τον Πύργο του Άιφελ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store