Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sein
01
στήθος, μαστός
partie charnue de la poitrine féminine servant à allaiter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
seins
Παραδείγματα
L'allaitement maternel au sein est encouragé par l'OMS.
Το θηλασμός στο στήθος ενθαρρύνεται από τον ΠΟΥ.
02
αγκαλιά, στήθος
espace entre les bras et la poitrine pour accueillir ou protéger
Παραδείγματα
L'enfant se blottit dans le sein maternel.
Το παιδί αγκαλιάζεται στο μητρικό κόλπο.
03
καρδιά, κόλπος
partie centrale ou espace intérieur d'un lieu (usage littéraire ou géographique)
Παραδείγματα
Une source cachée coule dans le sein de la montagne.
Μια κρυφή πηγή ρέει στο κόλπο του βουνού.



























