le secrétaire
sec
sək
σακ
ré
ʁe
ρε
taire
tɛ:ʁ
τερ
sectaire

Ορισμός και σημασία του "secrétaire"στα γαλλικά

Le secrétaire
01

γραμματέας, βοηθός

personne qui organise le travail administratif et aide dans un bureau 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
secrétaires
αρσενικό ενικό
secrétaire
θηλυκό ενικό
secrétaire
neutral form
assistant administratif
Παραδείγματα
La secrétaire répond au téléphone. 

Η γραμματέας απαντά στο τηλέφωνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store