secret
sec
sək
sēk
ret
ʀɛ
re
sacrersacré

Ορισμός και σημασία του "secret"στα γαλλικά

01

محرمانه , -

γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
secrets
θηλυκό ενικό
secrète
θηλυκό πληθυντικό
secrètes
Παραδείγματα
Ces codes sont des informations secrètes. 
01

information que l'on cache aux autres et que seules certaines personnes connaissent , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Je vais te confier un secret. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store