le sculpteur
sculp
skyl
skyl
teur
tœʁ
toer

Ορισμός και σημασία του "sculpteur"στα γαλλικά

01

γλύπτης, γλύπτρια

personne  qui crée des œuvres en sculptant la pierre, le bois,  ou d'autres matériaux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sculpteurs
αρσενικό ενικό
sculpteur
θηλυκό ενικό
sculptrice
neutral form
artiste
Παραδείγματα
Ce sculpteur travaille le marbre. 

Γλύπτης εργάζεται με μάρμαρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store