Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sculpter
01
γλύφω, χαράσσω
modeler, tailler ou graver un matériau pour créer une forme ou une œuvre artistique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sculpte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sculptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sculpterai
παθητική μετοχή
sculpté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sculptions
Παραδείγματα
L'artiste sculpte le bois pour réaliser une statue.
Ο καλλιτέχνης γλύφει το ξύλο για να φτιάξει ένα άγαλμα.
02
γλυπτο, χαράσσω
fabriquer une sculpture ou une pièce artistique à partir d'un matériau
Παραδείγματα
L'artiste sculpte une statue pour le musée.
Ο καλλιτέχνης γλυπτεί ένα άγαλμα για το μουσείο.



























