sculpter
Pronunciation
/skyltˈe/

Ορισμός και σημασία του "sculpter"στα γαλλικά

sculpter
01

γλύφω, χαράσσω

modeler, tailler ou graver un matériau pour créer une forme ou une œuvre artistique
sculpter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sculpte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sculptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sculpterai
παθητική μετοχή
sculpté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sculptions
Παραδείγματα
Le sculpteur sculpte le marbre avec précision.
Ο γλύπτης λαξεύει το μάρμαρο με ακρίβεια.
02

γλυπτο, χαράσσω

fabriquer une sculpture ou une pièce artistique à partir d'un matériau
sculpter definition and meaning
Παραδείγματα
Le sculpteur sculpte chaque pièce avec soin.
Ο γλύπτης λαξεύει κάθε κομμάτι προσεκτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store