Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scrupuleusement
01
σχολαστικά, επιμελώς
d'une manière très attentive et précise, avec beaucoup de soin
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Elle a scrupuleusement respecté les instructions
Ακολούθησε σχολαστικά τις οδηγίες.



























