le savon
savon
savɔ̃
savaw
salon

Ορισμός και σημασία του "savon"στα γαλλικά

01

σαπούνι, κομμάτι σαπουνιού

produit utilisé pour se laver ou nettoyer 
le savon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
savons
Παραδείγματα
Je me lave les mains avec du savon. 

Πλένω τα χέρια μου με σαπούνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store