Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sans
01
χωρίς, χωρίς
indique l'absence de quelque chose ; ne pas avoir ou ne pas utiliser
Παραδείγματα
Il a réussi sans difficulté.
Τα κατάφερε χωρίς δυσκολία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χωρίς, χωρίς