le sandwich
sandwich
sɑ̃dwɪʧ
saadvich

Ορισμός και σημασία του "sandwich"στα γαλλικά

01

σάντουιτς

aliment composé de deux tranches de pain entre lesquelles on met de la viande, du fromage ou des légumes 
le sandwich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sandwichs
Παραδείγματα
Je mange un sandwich au jambon pour le déjeuner. 

Τρώω ένα σάντουιτς με ζαμπόν για μεσημεριανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store