la salle
salle
sal
sal
saulesablestalleselle

Ορισμός και σημασία του "salle"στα γαλλικά

01

αίθουσα, δωμάτιο

pièce ou espace fermé destiné à une activité spécifique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salles
Παραδείγματα
La salle de classe est équipée de tableaux interactifs. 

Η αίθουσα διδασκαλίας είναι εξοπλισμένη με διαδραστικούς πίνακες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store