Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rétablissement
01
ανάκαμψη, αποκατάσταση
retour à un état de santé normal après une maladie ou une blessure
Παραδείγματα
Le rétablissement du patient après l'opération a été rapide.
Η ανάρρωση του ασθενούς μετά την εγχείρηση ήταν γρήγορη.
02
αποκατάσταση, επανίδρυση
action de remettre quelque chose dans son état initial ou de restaurer un ordre ou un fonctionnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rétablissements
Παραδείγματα
Le rétablissement de la paix a pris plusieurs mois.
Η αποκατάσταση της ειρήνης διήρκησε αρκετούς μήνες.
03
αποκατάσταση
action de remettre quelque chose dans son état ou sa position précédente
Παραδείγματα
Le rétablissement de l'ordre public était urgent après la manifestation.
Η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης ήταν επείγουσα μετά τη διαδήλωση.



























