Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résumer
01
συνοψίζω, ανακεφαλαιώνω
présenter de manière concise les points principaux d'un texte, d'un discours ou d'un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résumerai
ενεστώτα μετοχή
résumant
παθητική μετοχή
résumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résumions
Παραδείγματα
Je vais résumer les informations importantes pour toi.
Θα συνοψίσω τις σημαντικές πληροφορίες για σένα.



























