sumer
ʁe
re
su
zy
zy
mer
me
me
présumé

Ορισμός και σημασία του "résumer"στα γαλλικά

résumer
01

συνοψίζω, ανακεφαλαιώνω

présenter de manière concise les points principaux d'un texte, d'un discours ou d'un événement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
résume
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
résumons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
résumerai
ενεστώτα μετοχή
résumant
παθητική μετοχή
résumé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
résumions
Παραδείγματα
Elle résume le chapitre pour mieux le comprendre. 

Συνοψίζει το κεφάλαιο για να το κατανοήσει καλύτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store