résider
Pronunciation
/ʀezide/

Ορισμός και σημασία του "résider"στα γαλλικά

résider
01

habiter de façon stable ou durable dans un lieu déterminé

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
résidant
παθητική μετοχή
résidé
Παραδείγματα
Mes parents résident dans un autre pays.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store