sider
ʀe
re
si
zi
zi
der
de
de

Ορισμός και σημασία του "résider"στα γαλλικά

résider
01

habiter de façon stable ou durable dans un lieu déterminé 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
résidant
παθητική μετοχή
résidé
Παραδείγματα
Elle réside à Lyon depuis plusieurs années 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store