Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
résider
01
habiter de façon stable ou durable dans un lieu déterminé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
résidant
παθητική μετοχή
résidé
Παραδείγματα
Mes parents résident dans un autre pays.



























