répugner
répugner
ʁepyɲe
repynie
résignerrépudier

Ορισμός και σημασία του "répugner"στα γαλλικά

répugner
01

προκαλώ αηδία, αποτρέπω

provoquer un sentiment de dégoût ou de répulsion chez quelqu'un 
répugner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
répugne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
répugnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
répugnerai
ενεστώτα μετοχή
répugnant
παθητική μετοχή
répugné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
répugnions
Παραδείγματα
Cette odeur me répugne. 

Αυτή η μυρωδιά μου προκαλεί αηδία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store