Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La râpe
01
τρίφτης, τρίφτης τυριού
ustensile de cuisine servant à râper ou réduire en petits morceaux des aliments comme le fromage , les légumes ou les zestes d'agrumes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
râpes
Παραδείγματα
Il a utilisé une râpe pour le fromage.
Χρησιμοποίησε ένα τρίφτη για το τυρί.
02
λίμα, ράσπα
outil servant à limer, érafler ou affiner des surfaces dures, comme le bois, le métal ou les ongles
Παραδείγματα
Il a utilisé une râpe pour lisser le bois.
Χρησιμοποίησε ένα λίμα για να λειαίνει το ξύλο.



























