rural
rural
ʁyʁal
ryral

Ορισμός και σημασία του "rural"στα γαλλικά

01

αγροτικός, επαρχιακός

relatif à la campagne, aux zones non urbaines 
rural definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rural
αρσενικό πληθυντικό
ruraux
θηλυκό ενικό
rurale
θηλυκό πληθυντικό
rurales
Παραδείγματα
La vie rurale est plus calme qu'en ville. 

Η αγροτική ζωή είναι πιο ήσυχη από αυτή στην πόλη.

Λεξικό Δέντρο

rural
rur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store