Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rural
01
αγροτικός, επαρχιακός
relatif à la campagne, aux zones non urbaines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rural
αρσενικό πληθυντικό
ruraux
θηλυκό ενικό
rurale
θηλυκό πληθυντικό
rurales
Παραδείγματα
Une école rurale accueille les enfants des fermes alentour.
Ένα αγροτικό σχολείο δέχεται τα παιδιά από τις γειτονικές φάρμες.



























