Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rouleau
01
ρολό, κύλινδρος
objet cylindrique utilisé pour étaler, peindre ou aplatir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rouleaux
Παραδείγματα
J'utilise un rouleau pour peindre le mur.
Χρησιμοποιώ ένα ρολό για να βάψω τον τοίχο.
02
ρολό, μπικουτί
petit cylindre pour coiffer les cheveux
Παραδείγματα
Ma grand-mère utilise encore des rouleaux métalliques.
Η γιαγιά μου χρησιμοποιεί ακόμη μεταλλικούς μπικουτί.
03
ρολό, κύλινδρος
objet cylindrique ou tube pouvant servir à enrouler, transporter ou appliquer
Παραδείγματα
J'ai besoin d'un rouleau de papier d'emballage.
Χρειάζομαι ένα ρολό χαρτιού συσκευασίας.
04
κύμα, πλημμύρα
force irrésistible qui progresse rapidement
Παραδείγματα
Le rouleau de la mondialisation transforme les économies.
Η ακατάπαυστη δύναμη της παγκοσμιοποίησης μεταμορφώνει τις οικονομίες.



























