la rouille
rouille
ʁuj
ρουγ
rouelle

Ορισμός και σημασία του "rouille"στα γαλλικά

01

σκουριά, διάβρωση

dépôt rougeâtre qui se forme sur le fer ou l'acier exposé à l'humidité 
la rouille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pluie a provoqué de la rouille sur la vieille clôture. 

Η βροχή προκάλεσε σκουριά στο παλιό φράχτη.

01

χρώμα σκουριάς, χρώμα καστανό-κόκκινο σκουριάς

de couleur brun -rougeâtre semblable à celle de l'oxyde de fer 
rouille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rouille
συγκριτικός βαθμός
plus rouille
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rouille
αρσενικό πληθυντικό
rouille
θηλυκό ενικό
rouille
θηλυκό πληθυντικό
rouille
θεματικό πεδίο
couleur, matériau
Παραδείγματα
J'ai choisi un fauteuil rouille pour mon bureau. 

Διάλεξα μια πολυθρόνα σκουριά για το γραφείο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store