rouge
rouge
ʁʊʒ
roozh
rouageroute

Ορισμός και σημασία του "rouge"στα γαλλικά

01

κόκκινος, ερυθρός

de la couleur du feu ou du sang 
rouge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus rouge
συγκριτικός βαθμός
plus rouge
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rouge
αρσενικό πληθυντικό
rouges
θηλυκό ενικό
rouge
θηλυκό πληθυντικό
rouges
θεματικό πεδίο
couleur, perception
Παραδείγματα
Elle porte une robe rouge. 

Φοράει ένα κόκκινο φόρεμα.

01

κόκκινο, κόκκινο χρώμα

une teinte vive entre le rose et le marron 
le rouge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le rouge est une couleur très intense. 

Το κόκκινο είναι ένα πολύ έντονο χρώμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store