Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La roquette
01
ρούκολα, ρούκετ
plante potagère à feuilles vertes et dentelées, au goût poivré, utilisée surtout crue en salade ou comme garniture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
roquettes
Παραδείγματα
La roquette donne un goût piquant aux salades.
Το ρούκολα δίνει πικάντικη γεύση στις σαλάτες.
02
πύραυλος, βλήμα
engin explosif propulsé, utilisé dans un contexte militaire ou spatial
Παραδείγματα
La roquette a été lancée depuis la base militaire.
Ο πύραυλος εκτοξεύθηκε από τη στρατιωτική βάση.



























