le rongeur
rongeur
ʁɔ̃ʒœʁ
rawzhoer
rondeurrongerrougeur

Ορισμός και σημασία του "rongeur"στα γαλλικά

01

τρωκτικό, θηλαστικό τρωκτικό

mammifère qui ronge les matériaux avec ses dents 
le rongeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rongeurs
Παραδείγματα
Le rat est un rongeur très commun 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store