Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relire
01
ξαναδιαβάζω, διαβάζω ξανά
lire de nouveau un texte pour le vérifier, le corriger ou mieux le comprendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
relis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
relisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
relirai
ενεστώτα μετοχή
reliant
παθητική μετοχή
relu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
relisions
Παραδείγματα
Elle relit son essai avant de le rendre.
Διαβάζει ξανά την έκθεσή της πριν την υποβάλει.
02
ξαναδιαβάζω, διορθώνω
lire un texte de nouveau afin de corriger les erreurs ou améliorer sa qualité
Παραδείγματα
Elle relit son rapport pour corriger les fautes.
Διαβάζει ξανά την έκθεσή της για να διορθώσει τα λάθη.



























