la relation
Pronunciation
/ʀ(ə)lasjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "relation"στα γαλλικά

01

σχέση, σύνδεση

lien, rapport ou connexion entre des individus ou des groupes
la relation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
relations
Παραδείγματα
La relation entre voisins peut être chaleureuse ou distante.
Η σχέση μεταξύ γειτόνων μπορεί να είναι ζεστή ή απομακρυσμένη.
02

σχέση, σύνδεση

rapport ou corrélation entre des objets, événements ou concepts
la relation definition and meaning
Παραδείγματα
La relation entre la théorie et la pratique est importante.
Η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι σημαντική.

Λεξικό Δέντρο

relation
relate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store