Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La relation
01
σχέση, σύνδεση
lien, rapport ou connexion entre des individus ou des groupes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
relations
Παραδείγματα
La relation entre voisins peut être chaleureuse ou distante.
Η σχέση μεταξύ γειτόνων μπορεί να είναι ζεστή ή απομακρυσμένη.
02
σχέση, σύνδεση
rapport ou corrélation entre des objets, événements ou concepts
Παραδείγματα
La relation entre la théorie et la pratique est importante.
Η σχέση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι σημαντική.
Λεξικό Δέντρο
relation
relate



























