rejeter
re
ʁə
je
ʒə
zhē
ter
te
te

Ορισμός και σημασία του "rejeter"στα γαλλικά

rejeter
01

απορρίπτω

ne pas accepter quelque chose ou quelqu'un 
rejeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rejette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rejetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rejetterai
ενεστώτα μετοχή
rejetant
παθητική μετοχή
rejeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rejetions
Παραδείγματα
Il a rejeté l'offre d'emploi. 

Αυτός απέρριψε την προσφορά εργασίας.

02

απορρίπτω, δεν δέχομαι

ne pas accepter un organe greffé, un tissu transplanté ou un traitement, ce qui provoque une réaction du corps 
Παραδείγματα
Le patient a rejeté le rein transplanté. 

Ο ασθενής απέρριψε το μεταμοσχευμένο νεφρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store