Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rejeter
01
απορρίπτω
ne pas accepter quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rejette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rejetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rejetterai
ενεστώτα μετοχή
rejetant
παθητική μετοχή
rejeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rejetions
Παραδείγματα
Nous avons rejeté l' idée car elle n' était pas viable.
Απορρίψαμε την ιδέα επειδή δεν ήταν βιώσιμη.
02
απορρίπτω, δεν δέχομαι
ne pas accepter un organe greffé, un tissu transplanté ou un traitement, ce qui provoque une réaction du corps
Παραδείγματα
Le système immunitaire a rejeté l' organe quelques jours après l' opération.
Το ανοσοποιητικό σύστημα απέρριψε το όργανο λίγες μέρες μετά την εγχείρηση.



























