rejeter
Pronunciation
/ʀ(ə)ʒəte/

Ορισμός και σημασία του "rejeter"στα γαλλικά

rejeter
01

απορρίπτω

ne pas accepter quelque chose ou quelqu'un
rejeter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rejette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rejetons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rejetterai
ενεστώτα μετοχή
rejetant
παθητική μετοχή
rejeté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rejetions
Παραδείγματα
Nous avons rejeté l' idée car elle n' était pas viable.
Απορρίψαμε την ιδέα επειδή δεν ήταν βιώσιμη.
02

απορρίπτω, δεν δέχομαι

ne pas accepter un organe greffé, un tissu transplanté ou un traitement, ce qui provoque une réaction du corps
Παραδείγματα
Le système immunitaire a rejeté l' organe quelques jours après l' opération.
Το ανοσοποιητικό σύστημα απέρριψε το όργανο λίγες μέρες μετά την εγχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store