regretter
reg
ʁəg
rēg
re
ʁɛ
re
tter
te
te

Ορισμός και σημασία του "regretter"στα γαλλικά

regretter
01

μετανιώνω, λυπάμαι

ressentir de la tristesse ou du remords à propos de quelque chose 
regretter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
regrette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
regrettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
regretterai
ενεστώτα μετοχή
regrettant
παθητική μετοχή
regretté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
regrettions
Παραδείγματα
Je regrette mon comportement d'hier. 

Λυπάμαι για τη συμπεριφορά μου χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store