Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regretter
01
μετανιώνω, λυπάμαι
ressentir de la tristesse ou du remords à propos de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
regrette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
regrettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
regretterai
ενεστώτα μετοχή
regrettant
παθητική μετοχή
regretté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
regrettions
Παραδείγματα
Je regrette mon comportement d'hier.
Λυπάμαι για τη συμπεριφορά μου χθες.



























